θάλασσα…











Ο πατέρας µου, δεν είχε σκοπό να µε κάνει ναυτικό... Μακριά, έλεγε… µακριά, παιδί µου, απ'  τ' άτιµο στοιχειό! Δεν έχει πίστη… δεν έχει έλεος… Λάτρεψε την όσο θες… δόξασε την… εκείνη το σκοπό της… Μην κοιτάς που τάχα σου χαµογελά… και πως σου τάζει θησαυρούς... 




Πάντα την αγαπούσα τη θάλασσα… από µικρός… Τα πρώτα βήµατα µου άλλωστε, στο νερό τα έκανα... Το πρώτο µου παιχνίδι, ήταν ένα κουτάκι από αλουµίνιο µ' ένα ξυλάκι ορθό στη µέση για κατάρτι, µε δυο κλωστές για παλαµάρια κι ένα φύλλο χαρτί για πανάκι που µε την πύρινη φαντασία έκανε µπάρκο και θα διέσχιζε όλους τους ωκεανούς… 




Πήγα και το έριξα στη θάλασσα µε καρδιοχτύπι... Ίσως να νόμισα πως ήµουν κι εγώ μέσα εκεί... Μόλις όµως το απίθωσα… αυτό βούλιαξε στον πάτο! Μα δεν άργησα να κάνω άλλο… μεγαλύτερο… από σανίδα τούτη τη φορά! Το έριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυμπώντας ως την εµπατή του λιµανιού που το πήρε το ρέµα  μακριά... 




Αργότερα μεγαλώνοντας, έγινα πρώτος στο κουπί… στο κολύµπι πρώτος… στις καταδύσεις ειδικός… τα λέπια μοναχά µου λείπαν!  Μωρέ!  εσύ θα µας ντροπιάσεις όλους, έλεγαν οι γεροναύτες, του νησιού, όταν µ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας... Εγώ καµάρωνα… και πίστευα… θα δείξω τα λόγια τους προφητικά… εκείνα που είχα γύρω µου, ψυχωµένα κι άψυχα, µου έλεγαν µύρια. Οι ναύτες µε τα ηλιοκαµένα τους πρόσωπα και τα φανταχτερά ρούχα… οι γέροντες µε τα διηγήµατα τους… 




Σταύρωσα τα χέρια µου… κοίταξα µε βουρκωµένα µάτια τη θάλασσα... Δε φεύγω, αν δεν πάρω απόκριση, συλλογίστηκα... Από τότε… φάντασµα η ζωή! Αν µετάνιωσα… κι εγώ δε ξέρω... 




Μα μόνο ένα ξέρω μοναχά… με στιγμάτισε για πάντα, η αγαπημένη μου θάλασσα!!!...